Πεζό (1)

Ήμουν λέει στην παλιά μας την τάξη, δευτέρα ή τρίτη Λυκείου πηγαίναμε, εγώ κρατούσα το απουσιολόγιο, είχα μπροστά μου την κατάσταση των ονομάτων, τα διάβαζα δυνατά ένα ένα, ακουγόταν στην αίθουσα «παρών» ή «παρούσα», έφτασα στο όνομα του Βασίλη, του νταή τής τάξης, ησυχία, φώναζα εγώ πάλι τ’ όνομά του, τίποτα, το σταυρό να σημειώσω στη στήλη δεν ήθελα, θα έμενε οπωσδήποτε, είχε πολλές μαζέψει απουσίες, ήθελε άλλη μία ή δύο, μάλλον κοπάνα έκανε πάλι, οι γονείς του δεν έρχονταν να τις δικαιολογήσουν, όπως έστρωσες να κοιμηθείς, κωλόπαιδο, άκουσα μια φορά να του λέει ο πατέρας του, μην τολμήσεις κι εσύ καημένη μου να πας, σ’ έφαγα, στράφηκε στη γυναίκα του, μαζεμένη σε μια γωνιά αυτή, αμίλητη, θα έμενε πάλι ο Βασίλης, δεκαοχτώ κλεισμένα, είχε αγοράσει κι ένα παπάκι, δούλευε τα καλοκαίρια στο μαγαζί ενός θείου του, ο ήρωας της τάξης, φώναζα εγώ τ’ όνομά του, τσιμουδιά από κάτω, το χέρι μου είχε κοκαλώσει, δεν μπορούσα να το κουνήσω, απουσία να του βάλω δεν μου πήγαινε η ψυχή, κι ας έβρισκα τον μπελά μου. Ξύπνησα ιδρωμένος, τι σκατά σού είναι τα όνειρα, τόσα χρόνια μετά να ξαναγυρνάς στα χρόνια του σχολείου, ίσως ήταν που πέρασες πάλι απ’ τον δρόμο με το εκκλησάκι του Βασίλη στην άκρη, η φωτογραφία του δίπλα στο εικόνισμα, λίγα ξεραμένα λουλούδια, κι ένας σταυρός από πάνω, κοπάνα απ' τη ζωή, απουσία αδικαιολόγητη.